Греческий словарь
с грамматикой

εργοστάσιο

[erɣoˈstasio]существительноеτο · средний родA2

Значения

1
фабрика, завод
factory, plant · μεγάλο εργοστάσιο παραγωγής — крупный производственный завод

Грамматика

Ед. ч.
им.
το εργοστάσιο
вин.
το εργοστάσιο
род.
του εργοστασίου
зват.
εργοστάσιο
Мн. ч.
им.
τα εργοστάσια
вин.
τα εργοστάσια
род.
των εργοστασίων
зват.
εργοστάσια

Примеры

Το εργοστάσιο παράγει ηλεκτρονικά εξαρτήματα.
Завод производит электронные компоненты. · The factory produces electronic components.
Πολλοί εργάτες δουλεύουν στα εργοστάσια της πόλης.
Много рабочих работают на фабриках города. · Many workers are employed in the city's factories.
Η κατασκευή του νέου εργοστασίου ολοκληρώθηκε πέρυσι.
Строительство нового завода завершилось в прошлом году. · The construction of the new factory was completed last year.
Δουλεύω στο εργοστάσιο τρία χρόνια.
Я работаю на этом заводе три года. · I've been working at the factory for three years.