εργοδότης
[erɣoˈðotis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
работодатель, хозяин предприятия
employer, boss · αυτός που δίνει δουλειά — тот, кто дает работу
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο εργοδότης
вин.
τον εργοδότη
род.
του εργοδότη
зват.
εργοδότη
Мн. ч.
им.
οι εργοδότες
вин.
τους εργοδότες
род.
των εργοδοτών
зват.
εργοδότες
Примеры
Ο εργοδότης μας είναι πολύ δίκαιος.
Наш работодатель очень справедлив. · Our employer is very fair.
Μίλησα με τον εργοδότη για αύξηση.
Я поговорил с боссом о повышении. · I spoke to the employer about a raise.
Οι εργοδότες πρέπει να σέβονται τους εργαζόμενους.
Работодатели должны уважать своих сотрудников. · Employers must respect their employees.