Греческий словарь
с грамматикой

εργάζομαι

[erˈɣazomai]глаголA1

Значения

1
работать
to work · εργάζομαι στο γραφείο — я работаю в офисе
2
трудиться, заниматься (чем-либо)
to labour, to toil · εργάζεται σκληρά — он упорно трудится

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εργάζομαι
εσύ
εργάζεσαι
αυτός
εργάζεται
εμείς
εργαζόμαστε
εσείς
εργάζεστε
αυτοί
εργάζονται
Аорист
εγώ
εργάστηκα
εσύ
εργάστηκες
αυτός
εργάστηκε
εμείς
εργαστήκαμε
εσείς
εργαστήκατε
αυτοί
εργάστηκαν
Будущее
εγώ
θα εργαστώ
εσύ
θα εργαστείς
αυτός
θα εργαστεί
εμείς
θα εργαστούμε
εσείς
θα εργαστείτε
αυτοί
θα εργαστούν

Примеры

Εργάζομαι ως δάσκαλος στη σχολή.
Я работаю учителем в школе. · I work as a teacher at school.
Αυτή εργάζεται πολύ σκληρά κάθε μέρα.
Она очень много работает каждый день. · She works very hard every day.
Θα εργαστούμε όλο το Σάββατο.
Мы будем работать весь день в субботу. · We will work all day on Saturday.
Εργάστηκαν για πολλές ώρες χθες.
Вчера они работали много часов. · They worked for many hours yesterday.