ερασιτεχνικός
[eraziˈtexnikos]прилагательноеB2
Значения
1
любительский, непрофессиональный
amateur, nonprofessional · ερασιτεχνικός αθλητής — спортсмен-любитель
2
дилетантский, поверхностный
amateurish, dilettantish · ερασιτεχνική δουλειά — любительская, поверхностная работа
Грамматика
мужской род
им.
ερασιτεχνικός
вин.
ερασιτεχνικό
род.
ερασιτεχνικού
зват.
ερασιτεχνικέ
женский род
им.
ερασιτεχνική
вин.
ερασιτεχνική
род.
ερασιτεχνικής
зват.
ερασιτεχνική
средний род
им.
ερασιτεχνικό
вин.
ερασιτεχνικό
род.
ερασιτεχνικού
зват.
ερασιτεχνικό
Примеры
Παίζει ποδόσφαιρο σε μια ερασιτεχνική ομάδα.
Он играет в футбол в любительской команде. · He plays football for an amateur team.
Η ερασιτεχνική φωτογραφία του ήταν αρκετά καλή.
Его любительская фотография была довольно хорошей. · His amateur photography was quite good.
Αυτή η ερασιτεχνική προσέγγιση δεν θα δώσει καλά αποτελέσματα.
Такой дилетантский подход не даст хороших результатов. · This amateurish approach won't produce good results.