Греческий словарь
с грамматикой

επωάζω

[epɔˈazo]глаголB2

Значения

1
высиживать (яйца)
to incubate (eggs) · η κότα επωάζει τα αυγά — курица высиживает яйца
2
вынашивать (болезнь, идею); медлить с появлением
to harbour, brood over (a disease, idea); to be developing · επωάζει μια ασθένεια — вынашивает болезнь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επωάζω
εσύ
επωάζεις
αυτός
επωάζει
εμείς
επωάζουμε
εσείς
επωάζετε
αυτοί
επωάζουν
Аорист
εγώ
επώασα
εσύ
επώασες
αυτός
επώασε
εμείς
επωάσαμε
εσείς
επωάσατε
αυτοί
επώασαν
Будущее
εγώ
θα επωάσω
εσύ
θα επωάσεις
αυτός
θα επωάσει
εμείς
θα επωάσουμε
εσείς
θα επωάσετε
αυτοί
θα επωάσουν

Примеры

Η κότα επωάζει τα αυγά της για τρεις εβδομάδες.
Курица высиживает свои яйца в течение трёх недель. · The hen incubates her eggs for three weeks.
Ο ασθενής επωάζει τη γρίπη χωρίς να το ξέρει.
Больной вынашивает грипп, не зная об этом. · The patient is harbouring flu without knowing it.
Επώασαν το σχέδιο τους για πολλούς μήνες.
Они долго вынашивали свой план. · They nursed their plan for many months.