Греческий словарь
с грамматикой

επιχειρώ

[epiçiˈro]глаголB1

Значения

1
предпринимать, пытаться, осмеливаться
to attempt, to try, to dare to do something · επιχειρώ να κάνω κάτι — осмеливаюсь что-то сделать
2
начинать, приступать к делу
to undertake, to embark on · επιχειρώ ένα έργο — беру на себя проект

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιχειρώ
εσύ
επιχειρείς
αυτός
επιχειρεί
εμείς
επιχειρούμε
εσείς
επιχειρείτε
αυτοί
επιχειρούν
Аорист
εγώ
επιχείρησα
εσύ
επιχείρησες
αυτός
επιχείρησε
εμείς
επιχειρήσαμε
εσείς
επιχειρήσατε
αυτοί
επιχείρησαν
Будущее
εγώ
θα επιχειρήσω
εσύ
θα επιχειρήσεις
αυτός
θα επιχειρήσει
εμείς
θα επιχειρήσουμε
εσείς
θα επιχειρήσετε
αυτοί
θα επιχειρήσουν

Примеры

Επιχείρησε να ανέβει το βουνό χωρίς εξοπλισμό.
Он попытался подняться на гору без снаряжения. · He attempted to climb the mountain without equipment.
Δεν θα επιχειρήσω ποτέ τέτοιο κίνδυνο.
Я никогда не стану рисковать таким образом. · I will never attempt such a risk.
Επιχειρούν νέα επιχείρηση στο εξωτερικό.
Они затевают новый бизнес за границей. · They are launching a new business venture abroad.
Επιχειρώντας το δύσκολο έργο, μάθαμε πολλά.
Взявшись за сложную работу, мы многому научились. · By undertaking the difficult task, we learned a lot.