Греческий словарь
с грамматикой

επιχειρηματίας

[epixiriˈmatias]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
предприниматель, бизнесмен
businessman, entrepreneur · άνθρωπος που διαχειρίζεται μια επιχείρηση — человек, который управляет бизнесом

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο επιχειρηματίας
вин.
τον επιχειρηματία
род.
του επιχειρηματία
зват.
επιχειρηματία
Мн. ч.
им.
οι επιχειρηματίες
вин.
τους επιχειρηματίες
род.
των επιχειρηματιών
зват.
επιχειρηματίες

Примеры

Ο επιχειρηματίας ίδρυσε μια νέα εταιρεία.
Предприниматель основал новую компанию. · The entrepreneur founded a new company.
Συναντήθηκα με έναν επιχειρηματία από τη Θεσσαλονίκη.
Я встретился с бизнесменом из Салоник. · I met with a businessman from Thessaloniki.
Πολλοί επιχειρηματίες επενδύουν στον τουρισμό.
Много предпринимателей инвестируют в туризм. · Many entrepreneurs invest in tourism.
Οι επιχειρηματίες αντιμετωπίζουν αρκετές προκλήσεις.
Бизнесмены сталкиваются с рядом вызовов. · Businessmen face several challenges.