Греческий словарь
с грамматикой

επιχείρημα

[epiˈxiːrima]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
аргумент, доказательство
argument, reasoning · ένα ισχυρό επιχείρημα — веское доказательство
2
предлог, причина
pretext, excuse · χρησιμοποιούσε επιχειρήματα για να δικαιολογηθεί — придумывал отговорки
3
сюжет, тема (литературного произведения)
plot, subject matter · το επιχείρημα του μυθιστορήματος — сюжет романа

Грамматика

Ед. ч.
им.
το επιχείρημα
вин.
το επιχείρημα
род.
του επιχειρήματος
зват.
επιχείρημα
Мн. ч.
им.
τα επιχειρήματα
вин.
τα επιχειρήματα
род.
των επιχειρημάτων
зват.
επιχειρήματα

Примеры

Το επιχείρημά του δεν με πείθει καθόλου.
Его аргумент меня совсем не убеждает. · His argument doesn't convince me at all.
Παρουσίασε πολλά επιχειρήματα υπέρ της πρότασης.
Он привёл много доводов в пользу предложения. · He presented many arguments in favour of the proposal.
Το κεντρικό επιχείρημα του βιβλίου είναι ενδιαφέρον.
Основная тема книги интересна. · The main subject matter of the book is interesting.
Χρησιμοποιούσε πάντα την ίδια δικαιολογία και τα ίδια επιχειρήματα.
Всегда использовал одни и те же отговорки. · He always used the same excuses and pretexts.