επιφυλακτικός
[epifilakˈtikos]прилагательноеB2
Значения
1
осторожный, с оговорками, недоверчивый
cautious, reserved, wary · επιφυλακτική στάση — осторожная позиция
2
условный, с условиями
conditional, with reservations · επιφυλακτική συγκατάθεση — условное согласие
Грамматика
мужской род
им.
επιφυλακτικός
вин.
επιφυλακτικό
род.
επιφυλακτικού
зват.
επιφυλακτικέ
женский род
им.
επιφυλακτική
вин.
επιφυλακτική
род.
επιφυλακτικής
зват.
επιφυλακτική
средний род
им.
επιφυλακτικό
вин.
επιφυλακτικό
род.
επιφυλακτικού
зват.
επιφυλακτικό
Примеры
Ήταν επιφυλακτικός για το νέο σχέδιο.
Он скептически отнёсся к новому плану. · He was wary about the new plan.
Η κυβέρνηση έδωσε επιφυλακτική απάντηση.
Правительство дало осторожный ответ. · The government gave a guarded response.
Ήμουν επιφυλακτική με τις υποσχέσεις του.
Я с недоверием относилась к его обещаниям. · I was skeptical of his promises.
Οι κριτικοί ήταν επιφυλακτικοί για το φιλμ.
Критики отнеслись к фильму с оговорками. · Critics were reserved about the film.