επιφυλάσσω
[epifiˈlaso]глаголгруппа А (безударное -ω)C1
Значения
1
делать оговорку, выражать сомнение или недоверие
to reserve judgment, express reservations or skepticism · επιφυλάσσω κρίσεις — выражаю сомнения
2
сохранять за собой право, оставлять в силе притязание
to preserve one's rights, maintain a claim · επιφυλάσσω τα δικαιώματά μου — сохраняю свои права
3
защищать, охранять, предохранять
to guard, protect, shield · επιφυλάσσω τινα από κίνδυνο — защищаю кого-то от опасности
Грамматика
Настоящее время
εγώ
επιφυλάσσω
εσύ
επιφυλάσσεις
αυτός
επιφυλάσσει
εμείς
επιφυλάσσουμε
εσείς
επιφυλάσσετε
αυτοί
επιφυλάσσουν
Аорист
εγώ
επιφύλαξα
εσύ
επιφύλαξες
αυτός
επιφύλαξε
εμείς
επιφύλαξαμε
εσείς
επιφύλαξατε
αυτοί
επιφύλαξαν
Будущее
εγώ
θα επιφυλάξω
εσύ
θα επιφυλάξεις
αυτός
θα επιφυλάξει
εμείς
θα επιφυλάξουμε
εσείς
θα επιφυλάξετε
αυτοί
θα επιφυλάξουν
Примеры
Επιφυλάσσω την κρίση μου μέχρι να δω όλα τα στοιχεία.
Я воздержу своё суждение, пока не увижу все факты. · I reserve judgment until I see all the facts.
Το δικαστήριο επιφυλάσσει την απόφασή του για την εβδομάδα που έρχεται.
Суд отложит своё решение на следующую неделю. · The court is reserving its decision for next week.
Επιφυλάσσομαι τα δικαιώματά μου να προσφύγω στα δικαστήρια.
Я сохраняю за собой право подать в суд. · I preserve my right to take legal action.
Ο φύλακας επιφύλαξε τον περιοικέσιο από τους κινδύνους.
Охранник защитил жителей от опасностей. · The guard protected the residents from dangers.