Греческий словарь
с грамматикой

επιφέρω

[epiˈfero]глаголB1

Значения

1
наносить, причинять (удар, ущерб, обиду)
to inflict, to deal, to cause (harm, injury, insult) · επιφέρει χτύπημα — наносит удар
2
приносить, доставлять (результат, пользу, убыток)
to bring, to yield (result, benefit, loss) · επιφέρει κέρδος — приносит прибыль
3
выдвигать, приводить (аргумент, доказательство)
to put forward, to adduce (argument, evidence) · επιφέρει επιχείρημα — приводит аргумент

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιφέρω
εσύ
επιφέρεις
αυτός
επιφέρει
εμείς
επιφέρουμε
εσείς
επιφέρετε
αυτοί
επιφέρουν
Аорист
εγώ
επέφερα
εσύ
επέφερες
αυτός
επέφερε
εμείς
επιφέραμε
εσείς
επιφέρατε
αυτοί
επέφεραν
Будущее
εγώ
θα επιφέρω
εσύ
θα επιφέρεις
αυτός
θα επιφέρει
εμείς
θα επιφέρουμε
εσείς
θα επιφέρετε
αυτοί
θα επιφέρουν

Примеры

Η απόφασή του επέφερε μεγάλη ζημιά στην εταιρεία.
Его решение нанесло серьёзный ущерб компании. · His decision inflicted serious damage on the company.
Αυτή η πολιτική επιφέρει θετικά αποτελέσματα.
Эта политика приносит положительные результаты. · This policy brings positive results.
Ο δικηγόρος επέφερε ισχυρά στοιχεία στο δικαστήριο.
Адвокат привёл веские доказательства в суде. · The lawyer adduced strong evidence in court.
Θα επιφέρουν οι κυρώσεις σοβαρές συνέπειες;
Повлекут ли санкции серьёзные последствия? · Will the sanctions bring about serious consequences?