επιτόκιο
[epiˈtɔkjo]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
процент, прибыль от ссуды или вклада
interest, return on a loan or deposit · το επιτόκιο της τράπεζας — банковский процент
Грамматика
Ед. ч.
им.
το επιτόκιο
вин.
το επιτόκιο
род.
του επιτοκίου
зват.
επιτόκιο
Мн. ч.
им.
τα επιτόκια
вин.
τα επιτόκια
род.
των επιτοκίων
зват.
επιτόκια
Примеры
Το επιτόκιο της τράπεζας είναι πολύ χαμηλό.
Банковский процент очень низкий. · The bank's interest rate is very low.
Πλήρωσα υψηλό επιτόκιο για το δάνειό μου.
Я платил высокий процент по своему кредиту. · I paid a high interest rate on my loan.
Τα επιτόκια αυξήθηκαν φέτος.
В этом году процентные ставки выросли. · Interest rates have risen this year.