Греческий словарь
с грамматикой

επιτυχημένος

[epiçiçiˈmenos]прилагательноеB1

Значения

1
успешный, удачный
successful, accomplished · επιτυχημένο έργο — успешное произведение
2
счастливый, удачливый (о человеке)
fortunate, lucky (of a person) · επιτυχημένος άνθρωπος — удачливый человек

Грамматика

мужской род
им.
επιτυχημένος
вин.
επιτυχημένο
род.
επιτυχημένου
зват.
επιτυχημένε
женский род
им.
επιτυχημένη
вин.
επιτυχημένη
род.
επιτυχημένης
зват.
επιτυχημένη
средний род
им.
επιτυχημένο
вин.
επιτυχημένο
род.
επιτυχημένου
зват.
επιτυχημένο

Примеры

Αυτό το έργο ήταν επιτυχημένο στη Ευρώπη.
Это произведение было успешным в Европе. · This work was successful in Europe.
Η επιτυχημένη διευθύντρια ηγείται της εταιρείας.
Успешная директриса руководит компанией. · The successful director runs the company.
Οι επιτυχημένοι ποδοσφαιριστές κέρδισαν το κύπελλο.
Удачливые футболисты выиграли кубок. · The lucky footballers won the cup.
Μια επιτυχημένη μέρα για όλους μας.
Удачный день для всех нас. · A fortunate day for all of us.