επιτυχία
[epitiˈçia]существительноеη · женский родA2
Значения
1
успех, удача
success · μεγάλη επιτυχία — большой успех
2
победа, триумф
victory, triumph · επιτυχία στον αγώνα — победа в соревновании
Грамматика
Ед. ч.
им.
η επιτυχία
вин.
την επιτυχία
род.
της επιτυχίας
зват.
επιτυχία
Мн. ч.
им.
οι επιτυχίες
вин.
τις επιτυχίες
род.
των επιτυχιών
зват.
επιτυχίες
Примеры
Η επιτυχία του δεν ήταν τυχαία.
Его успех был неслучаен. · His success was no accident.
Πέτυχαν μεγάλες επιτυχίες στη σχολή.
Они добились больших успехов в школе. · They achieved great successes at school.
Την επιτυχία την οφείλει στη δουλειά.
Свой успех она обязана работе. · She owes her success to hard work.