Греческий словарь
с грамматикой

επιτυγχάνω

[epitiˈɣxano]глаголB1

Значения

1
добиваться (успеха), достигать (цели)
succeed, achieve, accomplish · επιτυγχάνει τον στόχο του — достигает своей цели
2
преуспевать, иметь успех
prosper, be successful · επιτυγχάνει στη ζωή — преуспевает в жизни

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιτυγχάνω
εσύ
επιτυγχάνεις
αυτός
επιτυγχάνει
εμείς
επιτυγχάνουμε
εσείς
επιτυγχάνετε
αυτοί
επιτυγχάνουν
Аорист
εγώ
επέτυχα
εσύ
επέτυχες
αυτός
επέτυχε
εμείς
επετύχαμε
εσείς
επετύχατε
αυτοί
επέτυχαν
Будущее
εγώ
θα επιτύχω
εσύ
θα επιτύχεις
αυτός
θα επιτύχει
εμείς
θα επιτύχουμε
εσείς
θα επιτύχετε
αυτοί
θα επιτύχουν

Примеры

Επιτυγχάνει τους στόχους του με σκληρή δουλειά.
Он достигает своих целей благодаря упорному труду. · He achieves his goals through hard work.
Μετά από πολλές προσπάθειες, τελικά επέτυχε.
После множества попыток он наконец добился успеха. · After many attempts, he finally succeeded.
Θα επιτύχει στη νέα του δουλειά σίγουρα.
Он обязательно преуспеет на новой работе. · He will definitely prosper in his new job.
Στο δεύτερο διαγώνισμα επιτύχαμε όλοι καλύτερα.
Во втором тесте мы все справились лучше. · We all did better on the second test.