Греческий словарь
с грамматикой

επιτροπεία

[epiˈtropi.a]существительноеη · женский родB2

Значения

1
опека, попечительство (юридическое); статус человека под опекой
guardianship, wardship; the status or condition of being a ward · η επιτροπεία ανηλίκου — опека над несовершеннолетним
2
опекун (лицо, осуществляющее опеку)
guardian (person exercising guardianship) · ο/η επιτροπεία του παιδιού — опекун ребёнка

Грамматика

Ед. ч.
им.
η επιτροπεία
вин.
την επιτροπεία
род.
της επιτροπείας
зват.
επιτροπεία
Мн. ч.
им.
οι επιτροπείες
вин.
τις επιτροπείες
род.
των επιτροπειών
зват.
επιτροπείες

Примеры

Μετά το θάνατο των γονέων, η επιτροπεία του ανηλίκου ανατέθηκε στον θείο του.
После смерти родителей опека над несовершеннолетним была возложена на его дядю. · After his parents' death, guardianship of the minor was entrusted to his uncle.
Η επιτροπεία έχει νόμιμες υποχρεώσεις απέναντι στο παιδί.
Опекун имеет законные обязательства перед ребёнком. · The guardian has legal obligations towards the child.
Ο δικαστής αποφάσισε για την επιτροπεία των δύο αδελφών.
Судья решил вопрос об опеке двух братьев и сестёр. · The judge decided on the guardianship of the two siblings.
Την επιτροπεία άσκησε η γιαγιά τους για πολλά χρόνια.
Их бабушка осуществляла опеку много лет. · Their grandmother exercised guardianship for many years.