επιτροπή
[epiˈtropi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
комиссия, комитет
committee, commission · η επιτροπή εργασίας — рабочая комиссия
2
разрешение, допуск
permission, leave · χωρίς την επιτροπή του — без его разрешения
Грамматика
Ед. ч.
им.
η επιτροπή
вин.
την επιτροπή
род.
της επιτροπής
зват.
επιτροπή
Мн. ч.
им.
οι επιτροπές
вин.
τις επιτροπές
род.
των επιτροπών
зват.
επιτροπές
Примеры
Η επιτροπή συνεδριάζει κάθε Δευτέρα.
Комиссия проводит заседания каждый понедельник. · The committee meets every Monday.
Χρειάζομαι την επιτροπή του διευθυντή για αυτό.
Мне нужно разрешение директора для этого. · I need the director's permission for this.
Οι επιτροπές αποφάσισαν να αναβάλουν τη συνάντηση.
Комиссии решили отложить встречу. · The committees decided to postpone the meeting.
Δώσε μου την επιτροπή να φύγω νωρίς.
Дай мне разрешение уйти пораньше. · Give me permission to leave early.