επιτελείο
[epiteˈlio]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
штаб, штабная квартира (военное или административное руководство)
headquarters, staff (military or administrative command) · το επιτελείο του στρατού — военный штаб
2
аппарат, административный персонал
apparatus, administrative staff, executive body · το επιτελείο της εταιρείας — управленческий аппарат компании
Грамматика
Ед. ч.
им.
το επιτελείο
вин.
το επιτελείο
род.
του επιτελείου
зват.
επιτελείο
Мн. ч.
им.
τα επιτελεία
вин.
τα επιτελεία
род.
των επιτελείων
зват.
επιτελεία
Примеры
Το επιτελείο του στρατού διαμένει στην Αθήνα.
Военный штаб расположен в Афинах. · The military headquarters is located in Athens.
Ο διοικητής συνάντησε το επιτελείό του χθες.
Директор встретился со своим аппаратом вчера. · The director met with his staff yesterday.
Τα επιτελεία των υπουργείων σχεδιάζουν τις πολιτικές.
Административные аппараты министерств разрабатывают политику. · The ministerial staffs are drafting the policies.
Η απόφαση έρχεται από το επιτελείο της προέδρειας.
Решение исходит из аппарата президентской администрации. · The decision comes from the presidential office's staff.