επιταχυντής
[epitaxɪnˈtis]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
ускоритель (физический прибор)
accelerator (physics device) · ο επιταχυντής σωματιδίων — ускоритель частиц
2
педаль акселератора
accelerator pedal, gas pedal · πάτησε τον επιταχυντή — нажал на педаль газа
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο επιταχυντής
вин.
τον επιταχυντή
род.
του επιταχυντή
зват.
επιταχυντή
Мн. ч.
им.
οι επιταχυντές
вин.
τους επιταχυντές
род.
των επιταχυντών
зват.
επιταχυντές
Примеры
Ο σύγχρονος επιταχυντής δημιουργεί ισχυρά μαγνητικά πεδία.
Современный ускоритель создаёт мощные магнитные поля. · The modern accelerator generates strong magnetic fields.
Πάτησε τον επιταχυντή και η μηχανή ξεκίνησε δυνατά.
Она нажала на педаль газа, и мотор завелся с силой. · She pressed the accelerator and the engine roared to life.
Οι φυσικοί δουλεύουν σε διάφορους επιταχυντές παγκοσμίως.
Физики работают на различных ускорителях по всему миру. · Physicists work on various accelerators worldwide.