επιτήρηση
[epiˈtirisi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
надзор, наблюдение, контроль
supervision, surveillance, monitoring · επιτήρηση των μαθητών — надзор за учениками
2
охрана, защита (от опасности)
guard, protection (from danger) · επιτήρηση της τάξης — охрана порядка в классе
Грамматика
Ед. ч.
им.
η επιτήρηση
вин.
την επιτήρηση
род.
της επιτήρησης
зват.
επιτήρηση
Мн. ч.
им.
οι επιτηρήσεις
вин.
τις επιτηρήσεις
род.
των επιτηρήσεων
зват.
επιτηρήσεις
Примеры
Η επιτήρηση της εξέτασης είναι πολύ αυστηρή.
Надзор на экзамене очень строгий. · The supervision of the exam is very strict.
Χρειάζεται επιτήρηση στο προαύλιο του σχολείου.
Нужна охрана на школьной площадке. · There is a need for supervision in the school courtyard.
Οι επιτηρήσεις των φυλάκων ήταν συνεχείς.
Дежурства охранников были постоянными. · The guards' watches were continuous.
Του ανατέθη η επιτήρηση του κτιρίου.
Ему поручили надзор за зданием. · He was assigned the supervision of the building.