Греческий словарь
с грамматикой

επιτάχυνση

[epiˈtaxinsi]существительноеη · женский родB1

Значения

1
ускорение, увеличение скорости
acceleration, increase in speed · επιτάχυνση του αυτοκινήτου — ускорение автомобиля
2
ускорение, приускорение (процесса, работы)
acceleration, speeding up (of a process) · επιτάχυνση των διαδικασιών — ускорение процедур

Грамматика

Ед. ч.
им.
η επιτάχυνση
вин.
την επιτάχυνση
род.
της επιτάχυνσης
зват.
επιτάχυνση
Мн. ч.
им.
οι επιταχύνσεις
вин.
τις επιταχύνσεις
род.
των επιταχύνσεων
зват.
επιταχύνσεις

Примеры

Η επιτάχυνση του αυτοκινήτου ήταν πολύ γρήγορη.
Ускорение автомобиля было очень быстрым. · The car's acceleration was very fast.
Χρειαζόμαστε επιτάχυνση των έργων κατασκευής.
Нам нужно ускорение строительных работ. · We need acceleration of the construction works.
Οι επιταχύνσεις του πυραύλου ήταν ασυνήθιστες.
Ускорения ракеты были необычными. · The rocket's accelerations were unusual.