επιτάσσω
[epiˈtaso]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
приказывать, повелевать
to order, to command · επιτάσσω στον στρατιώτη — приказываю солдату
2
требовать, настаивать
to require, to demand · η περίσταση επιτάσσει προσοχή — ситуация требует внимания
Грамматика
Настоящее время
εγώ
επιτάσσω
εσύ
επιτάσσεις
αυτός
επιτάσσει
εμείς
επιτάσσουμε
εσείς
επιτάσσετε
αυτοί
επιτάσσουν
Аорист
εγώ
επέταξα
εσύ
επέταξες
αυτός
επέταξε
εμείς
επετάξαμε
εσείς
επετάξατε
αυτοί
επέταξαν
Будущее
εγώ
θα επιτάξω
εσύ
θα επιτάξεις
αυτός
θα επιτάξει
εμείς
θα επιτάξουμε
εσείς
θα επιτάξετε
αυτοί
θα επιτάξουν
Примеры
Ο διοικητής επέταξε αναχώρηση αμέσως.
Командир приказал немедленное отступление. · The commander ordered an immediate withdrawal.
Η νόμος επιτάσσει τήρηση των κανόνων.
Закон требует соблюдения правил. · The law demands compliance with the regulations.
Επιτάσσω σας να αναφερθείτε αύριο.
Приказываю вам явиться завтра. · I command you to report tomorrow.
Η κατάσταση επιτάσσει γρήγορη δράση.
Ситуация требует быстрого действия. · The situation calls for swift action.