επιστράτευση
[epiˈstratevsi]существительноеη · женский родC1
Значения
1
мобилизация (военная)
mobilization (military) · επιστράτευση των στρατιωτών — призыв военнослужащих
2
привлечение, использование (ресурсов, средств)
deployment, marshalling (of resources, means) · επιστράτευση πόρων — задействование ресурсов
Грамматика
Ед. ч.
им.
η επιστράτευση
вин.
την επιστράτευση
род.
της επιστράτευσης
зват.
επιστράτευση
Мн. ч.
им.
οι επιστρατεύσεις
вин.
τις επιστρατεύσεις
род.
των επιστρατεύσεων
зват.
επιστρατεύσεις
Примеры
Η επιστράτευση των διαθέσιμων πόρων ήταν αναγκαία.
Мобилизация имеющихся ресурсов была необходима. · The mobilization of available resources was necessary.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε την επιστράτευση των αποθεμάτων.
Правительство объявило о привлечении запасов. · The government announced the deployment of reserves.
Κατά τον πόλεμο, πολλές χώρες προχώρησαν σε επιστρατεύσεις.
Во время войны многие страны проводили мобилизацию. · During the war, many countries carried out mobilizations.