Греческий словарь
с грамматикой

επιστημονικός

[epistimoˈnikos]прилагательноеB1

Значения

1
научный, связанный с наукой
scientific, relating to science · επιστημονική έρευνα — научное исследование
2
основанный на научных методах, систематический
based on scientific methods, systematic · επιστημονικός τρόπος — научный подход

Грамматика

мужской род
им.
επιστημονικός
вин.
επιστημονικό
род.
επιστημονικού
зват.
επιστημονικέ
женский род
им.
επιστημονική
вин.
επιστημονική
род.
επιστημονικής
зват.
επιστημονική
средний род
им.
επιστημονικό
вин.
επιστημονικό
род.
επιστημονικού
зват.
επιστημονικό

Примеры

Η επιστημονική κοινότητα συμφωνεί σχετικά με το κλίμα.
Научное сообщество согласно относительно климата. · The scientific community agrees on climate change.
Αυτή η μέθοδος είναι επιστημονική και αποτελεσματική.
Этот метод научный и эффективный. · This method is scientific and effective.
Ο επιστημονικός χώρος χρειάζεται περισσότερη χρηματοδότηση.
Научная сфера нуждается в большем финансировании. · The scientific field needs more funding.