επιστήμονας
[episˈtimo̞nas]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
учёный, научный работник
scientist, scholar · ένας διάσημος επιστήμονας — известный учёный
2
специалист, эксперт в какой-либо области
expert, specialist in a field · επιστήμονας της τέχνης — специалист по искусству
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο επιστήμονας
вин.
τον επιστήμονα
род.
του επιστήμονα
зват.
επιστήμονα
Мн. ч.
им.
οι επιστήμονες
вин.
τους επιστήμονες
род.
των επιστημόνων
зват.
επιστήμονες
Примеры
Ο επιστήμονας ανακάλυψε κάτι καινούργιο.
Учёный сделал новое открытие. · The scientist made a new discovery.
Συνεργάζονται με διάσημους επιστήμονες από το εξωτερικό.
Они сотрудничают с известными учёными из-за границы. · They collaborate with renowned scientists from abroad.
Του επιστήμονα το έργο είναι πολύ σημαντικό.
Работа этого учёного очень важна. · This scholar's work is very important.
Έρευνα των επιστημόνων έδειξε ενδιαφέροντα αποτελέσματα.
Исследование учёных показало интересные результаты. · Research by scientists revealed interesting results.