Греческий словарь
с грамматикой

επισκοπώ

[episkoˈpo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1

Значения

1
осматривать, проверять, инспектировать
inspect, examine, survey · επισκοπώ το χώρο — осматриваю помещение
2
наблюдать, следить; быть свидетелем
observe, witness, oversee · επισκοπώ τα γεγονότα — наблюдаю события

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επισκοπώ
εσύ
επισκοπείς
αυτός
επισκοπεί
εμείς
επισκοπούμε
εσείς
επισκοπείτε
αυτοί
επισκοπούν
Аорист
εγώ
επισκόπησα
εσύ
επισκόπησες
αυτός
επισκόπησε
εμείς
επισκοπήσαμε
εσείς
επισκοπήσατε
αυτοί
επισκόπησαν
Будущее
εγώ
θα επισκοπήσω
εσύ
θα επισκοπήσεις
αυτός
θα επισκοπήσει
εμείς
θα επισκοπήσουμε
εσείς
θα επισκοπήσετε
αυτοί
θα επισκοπήσουν

Примеры

Ο μηχανικός επισκοπεί το κτίριο για ζημιές.
Инженер осматривает здание на предмет повреждений. · The engineer inspects the building for damage.
Επισκοπήσαμε τα έργα τέχνης στο μουσείο.
Мы осмотрели произведения искусства в музее. · We examined the artworks in the museum.
Η επιθεωρήτρια θα επισκοπήσει τις εγκαταστάσεις αύριο.
Инспектор осмотрит объекты завтра. · The inspector will survey the facilities tomorrow.