επισκοπή
[epiˈskopi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
инспекция, проверка
inspection, examination · επισκοπή του σχολείου — проверка школы
2
обзор, обозрение
survey, overview · επισκοπή της κατάστασης — обзор положения дел
3
епископство, епархия (церковная)
episcopate, diocese · η επισκοπή της Θεσσαλονίκης — Фессалийское епископство
Грамматика
Ед. ч.
им.
η επισκοπή
вин.
την επισκοπή
род.
της επισκοπής
зват.
επισκοπή
Мн. ч.
им.
οι επισκοπές
вин.
τις επισκοπές
род.
των επισκοπών
зват.
επισκοπές
Примеры
Η επισκοπή του εργοστασίου ολοκληρώθηκε χθες.
Инспекция завода завершилась вчера. · The factory inspection was completed yesterday.
Πραγματοποιήθηκε επισκοπή της υγειονομικής κατάστασης.
Была проведена проверка состояния здравоохранения. · A survey of the health situation was conducted.
Ο επίσκοπος ανήκει στην επισκοπή Κορίνθου.
Епископ принадлежит к епископству Коринфа. · The bishop belongs to the diocese of Corinth.