Греческий словарь
с грамматикой

επισκέπτομαι

[episˈkeptome]глаголA2

Значения

1
посещать, навещать (кого-то)
to visit (someone) · επισκέπτομαι έναν φίλο — навещаю друга
2
приходить к (куда-то), посещать (место)
to visit, go to (a place) · επισκέπτομαι το μουσείο — посещаю музей

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επισκέπτομαι
εσύ
επισκέπτεσαι
αυτός
επισκέπτεται
εμείς
επισκεπτόμαστε
εσείς
επισκέπτεστε
αυτοί
επισκέπτονται
Аорист
εγώ
επισκέφθηκα
εσύ
επισκέφθηκες
αυτός
επισκέφθηκε
εμείς
επισκεφθήκαμε
εσείς
επισκεφθήκατε
αυτοί
επισκέφθηκαν
Будущее
εγώ
θα επισκεφθώ
εσύ
θα επισκεφθείς
αυτός
θα επισκεφθεί
εμείς
θα επισκεφθούμε
εσείς
θα επισκεφθείτε
αυτοί
θα επισκεφθούν

Примеры

Επισκέπτομαι τους παππούδες μου κάθε Σάββατο.
Я навещаю своих бабушку и дедушку каждую субботу. · I visit my grandparents every Saturday.
Θα επισκεφθώ το Λονδίνο του χρόνου.
Я посещу Лондон в следующем году. · I will visit London next year.
Επισκέφθηκε τον ασθενή στο νοσοκομείο.
Она навестила больного в больнице. · She visited the patient in the hospital.
Πόσες φορές επισκέπτεστε τα μουσεία;
Как часто вы посещаете музеи? · How often do you visit museums?