Греческий словарь
с грамматикой

επισκέπτης

[epiˈskeptis]существительноеο · мужской родA2

Значения

1
посетитель, гость
visitor, guest · ένας επισκέπτης στο σπίτι — посетитель дома
2
турист
tourist · επισκέπτης σε αρχαιολογικό χώρο — турист на археологическом памятнике

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο επισκέπτης
вин.
τον επισκέπτη
род.
του επισκέπτη
зват.
επισκέπτη
Мн. ч.
им.
οι επισκέπτες
вин.
τους επισκέπτες
род.
των επισκεπτών
зват.
επισκέπτες

Примеры

Ο επισκέπτης φτάνει αύριο το πρωί.
Гость прибывает завтра с утра. · The visitor arrives tomorrow morning.
Υποδέχθηκα τους επισκέπτες με θερμότητα.
Я радушно встретил посетителей. · I welcomed the visitors warmly.
Μιλούσα με τον επισκέπτη για την ιστορία της πόλης.
Я беседовал с туристом об истории города. · I was talking to the tourist about the city's history.
Των επισκεπτών αρέσε πολύ το μουσείο.
Посетителям очень понравился музей. · The visitors really liked the museum.