επισημότητα
[episiˈmotita]существительноеη · женский родB2
Значения
1
официальность, официальный характер
formality, official character · με επισημότητα — с официальностью
2
торжественность, важность события
solemnity, significance of an occasion · η επισημότητα της τελετής — торжественность церемонии
Грамматика
Ед. ч.
им.
η επισημότητα
вин.
την επισημότητα
род.
της επισημότητας
зват.
επισημότητα
Мн. ч.
им.
οι επισημότητες
вин.
τις επισημότητες
род.
των επισημοτήτων
зват.
επισημότητες
Примеры
Η τελετή διεξήχθη με μεγάλη επισημότητα.
Церемония прошла с большой торжественностью. · The ceremony was conducted with great solemnity.
Χρειάζεται επισημότητα στις επίσημες συναντήσεις.
На официальных встречах требуется официальность. · Formality is required at official meetings.
Η επισημότητα του εκδηλώσεων αντανακλά τη σημασία τους.
Торжественность мероприятий отражает их значение. · The ceremonial nature of events reflects their importance.