Греческий словарь
с грамматикой

επιπλήττω

[epiˈplito]глаголгруппа А (безударное -ω)C1

Значения

1
упрекать, делать выговор, критиковать
to rebuke, reprove, find fault with · επιπλήττω κάποιον για το λάθος του — упрекать кого-то в его ошибке
2
порицать, осуждать (поведение, поступок)
to censure, condemn (conduct, action) · επιπλήττω την αδικία — порицать несправедливость

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιπλήττω
εσύ
επιπλήττεις
αυτός
επιπλήττει
εμείς
επιπλήττουμε
εσείς
επιπλήττετε
αυτοί
επιπλήττουν
Аорист
εγώ
επέπληξα
εσύ
επέπληξες
αυτός
επέπληξε
εμείς
επιπλήξαμε
εσείς
επιπλήξατε
αυτοί
επέπληξαν
Будущее
εγώ
θα επιπλήξω
εσύ
θα επιπλήξεις
αυτός
θα επιπλήξει
εμείς
θα επιπλήξουμε
εσείς
θα επιπλήξετε
αυτοί
θα επιπλήξουν

Примеры

Ο δάσκαλος τον επέπληξε για την κακή του συμπεριφορά.
Учитель сделал ему выговор за его плохое поведение. · The teacher rebuked him for his bad behaviour.
Επιπλήττει τους πολιτικούς που υπερασπίζονται τη διαφθορά.
Он порицает политиков, защищающих коррупцию. · He censures politicians who defend corruption.
Μην επιπλήττεις τα λάθη των άλλων χωρίς αυτοκριτική.
Не упрекай других за их ошибки без самокритики. · Don't rebuke others for their mistakes without self-criticism.