Греческий словарь
с грамматикой

επιπλήσσω

[epiˈpliso]глаголC1

Значения

1
упрекать, делать упрёк, осуждать
to rebuke, to reproach, to censure · επιπλήσσω κάποιον για κάτι — упрекать кого-то в чём-то

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιπλήσσω
εσύ
επιπλήσσεις
αυτός
επιπλήσσει
εμείς
επιπλήσσουμε
εσείς
επιπλήσσετε
αυτοί
επιπλήσσουν
Аорист
εγώ
επέπληξα
εσύ
επέπληξες
αυτός
επέπληξε
εμείς
επιπλήξαμε
εσείς
επιπλήξατε
αυτοί
επέπληξαν
Будущее
εγώ
θα επιπλήξω
εσύ
θα επιπλήξεις
αυτός
θα επιπλήξει
εμείς
θα επιπλήξουμε
εσείς
θα επιπλήξετε
αυτοί
θα επιπλήξουν

Примеры

Ο δάσκαλος τον επέπληξε για την αμέλειά του.
Учитель упрекнул его в халатности. · The teacher rebuked him for his negligence.
Δε θα σε επιπλήξω για ένα λάθος.
Я не буду тебя упрекать за одну ошибку. · I won't rebuke you for a single mistake.
Συνήθως επιπλήσσει τους συναδέλφους του χωρίς σκοπό.
Он обычно упрекает коллег без причины. · He usually reproaches his colleagues for no reason.