Греческий словарь
с грамматикой

επιπλέω

[epiˈpleo]глаголB2

Значения

1
плыть над чем-либо, проплывать над поверхностью
to sail over, to float on the surface of · το πλοίο επιπλέει τη θάλασσα — корабль плывёт по морю
2
преобладать, господствовать, быть распространённым
to prevail, to be widespread, to dominate · μια άποψη επιπλέει στην κοινωνία — одно мнение преобладает в обществе

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιπλέω
εσύ
επιπλέεις
αυτός
επιπλέει
εμείς
επιπλέουμε
εσείς
επιπλέετε
αυτοί
επιπλέουν
Аорист
εγώ
επέπλευσα
εσύ
επέπλευσες
αυτός
επέπλευσε
εμείς
επεπλεύσαμε
εσείς
επεπλεύσατε
αυτοί
επέπλευσαν
Будущее
εγώ
θα επιπλεύσω
εσύ
θα επιπλεύσεις
αυτός
θα επιπλεύσει
εμείς
θα επιπλεύσουμε
εσείς
θα επιπλεύσετε
αυτοί
θα επιπλεύσουν

Примеры

Τα πλοία επιπλέουν στη Μεσόγειο κάθε καλοκαίρι.
Корабли плывут по Средиземному морю каждое лето. · Ships sail on the Mediterranean every summer.
Μια ιδέα επιπλέει στη σύγχρονη πολιτική.
Одна идея преобладает в современной политике. · One idea prevails in contemporary politics.
Το πλοίο επέπλευσε τον Αιγαίο χωρίς προβλήματα.
Корабль благополучно пересёк Эгейское море. · The ship crossed the Aegean without difficulty.