Греческий словарь
с грамматикой

επινοώ

[epiˈno.o]глаголB2

Значения

1
выдумать, придумать, изобрести
to devise, to invent, to come up with · επινόησε μια νέα μέθοδο — придумал новый метод
2
замыслить, задумать (с негативным оттенком)
to contrive, to plot, to scheme · επινόησε κακό σχέδιο — задумал дурной план

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επινοώ
εσύ
επινοείς
αυτός
επινοεί
εμείς
επινοούμε
εσείς
επινοείτε
αυτοί
επινοούν
Аорист
εγώ
επινόησα
εσύ
επινόησες
αυτός
επινόησε
εμείς
επινοήσαμε
εσείς
επινοήσατε
αυτοί
επινόησαν
Будущее
εγώ
θα επινοήσω
εσύ
θα επινοήσεις
αυτός
θα επινοήσει
εμείς
θα επινοήσουμε
εσείς
θα επινοήσετε
αυτοί
θα επινοήσουν

Примеры

Ο εφευρέτης επινόησε ένα πολύ έξυπνο σύστημα.
Изобретатель придумал очень умную систему. · The inventor devised a very clever system.
Η μητέρα επινοεί δύσκολες δικαιολογίες για την καθυστέρηση.
Мать придумывает сложные оправдания за опоздание. · The mother keeps inventing complicated excuses for being late.
Επινόησαν ένα κόλπο για να κερδίσουν το παιχνίδι.
Они придумали трюк, чтобы выиграть игру. · They came up with a trick to win the game.
Θα επινοήσει κάτι ενδιαφέρον για το πάρτι του.
Он придумает что-нибудь интересное для своей вечеринки. · He will devise something interesting for his party.