επινεφρίνη
[epinevˈrini]существительноеη · женский родC1
Значения
1
адреналин
adrenaline, epinephrine · ορμόνη του στρες — гормон стресса
Грамматика
Ед. ч.
им.
η επινεφρίνη
вин.
την επινεφρίνη
род.
της επινεφρίνης
зват.
επινεφρίνη
Мн. ч.
им.
οι επινεφρίνες
вин.
τις επινεφρίνες
род.
των επινεφρινών
зват.
επινεφρίνες
Примеры
Η επινεφρίνη αυξάνει την καρδιακή συχνότητα.
Адреналин увеличивает частоту сердцебиения. · Adrenaline increases heart rate.
Το σώμα εκκρίνει επινεφρίνη σε κίνδυνο.
Организм выделяет адреналин в опасности. · The body releases adrenaline in danger.
Οι γιατροί χρησιμοποιούν επινεφρίνη στην αναφυλαξία.
Врачи используют адреналин при анафилаксии. · Doctors use epinephrine in anaphylaxis.
Τα επίπεδα της επινεφρίνης ανεβαίνουν με το άγχος.
Уровни адреналина повышаются при стрессе. · Adrenaline levels rise with stress.