επιληπτικός
[epiliptiˈkos]прилагательноеC1
Значения
1
эпилептический, страдающий эпилепсией
epileptic, relating to or affected by epilepsy · επιληπτικός ασθενής — пациент с эпилепсией
2
эпилептический припадок
epileptic fit or seizure · επιληπτικό κρίσιμο — эпилептический приступ
Грамматика
мужской род
им.
επιληπτικός
вин.
επιληπτικό
род.
επιληπτικού
зват.
επιληπτικέ
женский род
им.
επιληπτική
вин.
επιληπτική
род.
επιληπτικής
зват.
επιληπτική
средний род
им.
επιληπτικό
вин.
επιληπτικό
род.
επιληπτικού
зват.
επιληπτικό
Примеры
Ο επιληπτικός ασθενής χρειάζεται φάρμακα.
Пациент с эпилепсией нуждается в лекарствах. · The epileptic patient needs medication.
Κατά την επιληπτική κρίση έχασε τη συνείδησή του.
Во время эпилептического припадка он потерял сознание. · During the epileptic seizure he lost consciousness.
Τα επιληπτικά φαινόμενα είναι επικίνδυνα.
Эпилептические проявления опасны. · Epileptic phenomena are dangerous.