Греческий словарь
с грамматикой

επικυρώνω

[epikɪˈrono]глаголB2

Значения

1
ратифицировать, утверждать (юридически)
to ratify, to confirm formally · επικυρώνω ένα συμβόλαιο — ратифицировать договор
2
подтверждать, одобрять
to validate, to endorse · επικυρώνω μια απόφαση — подтверждать решение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επικυρώνω
εσύ
επικυρώνεις
αυτός
επικυρώνει
εμείς
επικυρώνουμε
εσείς
επικυρώνετε
αυτοί
επικυρώνουν
Аорист
εγώ
επικύρωσα
εσύ
επικύρωσες
αυτός
επικύρωσε
εμείς
επικυρώσαμε
εσείς
επικυρώσατε
αυτοί
επικύρωσαν
Будущее
εγώ
θα επικυρώσω
εσύ
θα επικυρώσεις
αυτός
θα επικυρώσει
εμείς
θα επικυρώσουμε
εσείς
θα επικυρώσετε
αυτοί
θα επικυρώσουν

Примеры

Η Βουλή επικυρώνει τη συμφωνία αύριο.
Парламент ратифицирует соглашение завтра. · Parliament will ratify the agreement tomorrow.
Επικύρωσαν το νέο κανονισμό χωρίς αντιρρήσεις.
Они одобрили новый регламент без возражений. · They endorsed the new regulation without objections.
Ο διευθυντής επικυρώνει όλες τις αποφάσεις της επιτροπής.
Директор подтверждает все решения комитета. · The director validates all committee decisions.