Греческий словарь
с грамматикой

επικριτής

[epikríˈtis]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
критик, тот, кто критикует
critic, person who criticizes · κάνει κριτική — высказывает критику

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο επικριτής
вин.
τον επικριτή
род.
του επικριτή
зват.
επικριτή
Мн. ч.
им.
οι επικριτές
вин.
τους επικριτές
род.
των επικριτών
зват.
επικριτές

Примеры

Ο επικριτής έκανε σκληρή κριτική στο έργο.
Критик дал суровую критику произведению. · The critic gave a harsh review of the work.
Οι επικριτές δεν συμφώνησαν με τη σκηνοθεσία.
Критики не согласились с режиссурой. · The critics disagreed with the direction.
Δεν είναι εύκολο να είσαι επικριτής του κυβερνήματος.
Непросто быть критиком правительства. · It's not easy to be a government critic.