Греческий словарь
с грамматикой

επικρατώ

[epikraˈto]глаголB1

Значения

1
господствовать, преобладать, быть преобладающим
to prevail, to be dominant, to predominate · η άποψη που επικρατεί — господствующее мнение
2
властвовать, править, иметь власть
to rule, to reign, to have power · επικρατώ στη χώρα — властвовать в стране
3
одерживать победу, берать верх
to triumph, to overcome, to get the upper hand · επικρατώ στον αγώνα — одержать победу в состязании

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επικρατώ
εσύ
επικρατείς
αυτός
επικρατεί
εμείς
επικρατούμε
εσείς
επικρατείτε
αυτοί
επικρατούν
Аорист
εγώ
επικράτησα
εσύ
επικράτησες
αυτός
επικράτησε
εμείς
επικρατήσαμε
εσείς
επικρατήσατε
αυτοί
επικράτησαν
Будущее
εγώ
θα επικρατήσω
εσύ
θα επικρατήσεις
αυτός
θα επικρατήσει
εμείς
θα επικρατήσουμε
εσείς
θα επικρατήσετε
αυτοί
θα επικρατήσουν

Примеры

Στη χώρα επικρατούν δύσκολες συνθήκες.
В стране господствуют сложные условия. · Difficult conditions prevail in the country.
Η ειρήνη επικράτησε μετά το πόλεμο.
Мир воцарился после войны. · Peace prevailed after the war.
Θα επικρατήσει σίγουρα η δική του άποψη.
Его мнение непременно возьмёт верх. · His view will definitely triumph.
Επικρατούσαν απόλυτα στο θέατρο τις εκείνες τις δεκαετίες.
Они абсолютно господствовали в театре в те десятилетия. · They ruled absolutely in theatre in those decades.