Греческий словарь
с грамматикой

επικρίνω

[epikˈrino]глаголB2

Значения

1
критиковать, порицать
to criticize, to censure · επικρίνει την απόφαση — критикует решение
2
находить недостатки, осуждать
to disapprove of, to find fault with · επικρίνω την συμπεριφορά του — осуждаю его поведение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επικρίνω
εσύ
επικρίνεις
αυτός
επικρίνει
εμείς
επικρίνουμε
εσείς
επικρίνετε
αυτοί
επικρίνουν
Аорист
εγώ
επέκρινα
εσύ
επέκρινες
αυτός
επέκρινε
εμείς
επικρίναμε
εσείς
επικρίνατε
αυτοί
επέκριναν
Будущее
εγώ
θα επικρίνω
εσύ
θα επικρίνεις
αυτός
θα επικρίνει
εμείς
θα επικρίνουμε
εσείς
θα επικρίνετε
αυτοί
θα επικρίνουν

Примеры

Οι δημοσιογράφοι επέκριναν τη νέα νομοθεσία.
Журналисты раскритиковали новое законодательство. · The journalists criticized the new legislation.
Δεν θα πρέπει να επικρίνεις κάθε κίνησή του.
Ты не должен критиковать каждый его шаг. · You shouldn't criticize his every move.
Η κριτική επικρίνει τον σκηνοθέτη για τις επιλογές του.
Критика осуждает режиссёра за его выборы. · The critics disapprove of the director's choices.