επικράτηση
[epikɾátisi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
господство, преобладание, доминирование
dominance, prevalence, supremacy · η επικράτηση του ισχυρότερου — господство более сильного
2
установление, упрочение (власти, режима)
establishment, consolidation (of power, regime) · η επικράτηση του νέου καθεστώτος — установление нового режима
3
победа, торжество (в конкурсе, споре)
triumph, victory (in a contest or dispute) · η επικράτηση στον αγώνα — победа в соревновании
Грамматика
Ед. ч.
им.
η επικράτηση
вин.
την επικράτηση
род.
της επικράτησης
зват.
επικράτηση
Мн. ч.
им.
οι επικρατήσεις
вин.
τις επικρατήσεις
род.
των επικρατήσεων
зват.
επικρατήσεις
Примеры
Η επικράτηση του νέου προέδρου ήταν σαφής.
Победа нового президента была очевидной. · The new president's victory was clear.
Μετά την επικράτηση, ξεκίνησαν τις μεταρρυθμίσεις.
После установления власти они начали реформы. · After consolidating power, they launched reforms.
Η επικράτηση της δημοκρατίας απαιτεί χρόνο.
Утверждение демократии требует времени. · The establishment of democracy takes time.