επικράτεια
[epikˈratia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
территория, территориальное пространство государства
territory, territorial domain of a state · η επικράτεια της χώρας — территория страны
2
юрисдикция, область действия власти
jurisdiction, sphere of authority · εντός της επικρατείας του δικαστηρίου — в пределах юрисдикции суда
Грамматика
Ед. ч.
им.
η επικράτεια
вин.
την επικράτεια
род.
της επικρατείας
зват.
επικράτεια
Мн. ч.
им.
οι επικρατείες
вин.
τις επικρατείες
род.
των επικρατειών
зват.
επικρατείες
Примеры
Η επικράτεια της Ελλάδας περιλαμβάνει πολλά νησιά.
Территория Греции включает множество островов. · Greece's territory includes many islands.
Το πλοίο άφησε την ελληνική επικράτεια χθες.
Корабль покинул греческую территорию вчера. · The ship left Greek territory yesterday.
Η υπόθεση εμπίπτει στην επικράτεια του διοικητικού δικαστηρίου.
Дело попадает под юрисдикцию административного суда. · The case falls under the administrative court's jurisdiction.