Греческий словарь
с грамматикой

επικοινωνώ

[epikinɔˈnɔ]глаголA2

Значения

1
общаться, поддерживать связь
to communicate, to be in contact · επικοινωνώ με φίλους — общаюсь с друзьями
2
информировать, сообщать
to inform, to notify · επικοινώνησα την απόφαση — сообщил решение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επικοινωνώ
εσύ
επικοινωνείς
αυτός
επικοινωνεί
εμείς
επικοινωνούμε
εσείς
επικοινωνείτε
αυτοί
επικοινωνούν
Аорист
εγώ
επικοίνωσα
εσύ
επικοίνωσες
αυτός
επικοίνωσε
εμείς
επικοινώσαμε
εσείς
επικοινώσατε
αυτοί
επικοίνωσαν
Будущее
εγώ
θα επικοινωνήσω
εσύ
θα επικοινωνήσεις
αυτός
θα επικοινωνήσει
εμείς
θα επικοινωνήσουμε
εσείς
θα επικοινωνήσετε
αυτοί
θα επικοινωνήσουν

Примеры

Επικοινωνώ κάθε εβδομάδα με την οικογένειά μου.
Я общаюсь с семьёй каждую неделю. · I communicate with my family every week.
Επικοίνωσαν την ακύρωση της συνάντησης.
Они сообщили об отмене встречи. · They notified about the cancellation of the meeting.
Θα επικοινωνήσουμε μέσω email αύριο.
Завтра мы свяжемся по электронной почте. · We will get in touch via email tomorrow.
Έχει επικοινωνήσει με όλους τους σχολικούς φίλους του.
Он связался со всеми своими школьными друзьями. · He has contacted all his school friends.