επικηρυγμένος
[epikirɣˈmenos]прилагательноеB2
Значения
1
объявленный в розыск, разыскиваемый (преступник)
wanted (by police), sought after · επικηρυγμένος κακοποιός — разыскиваемый преступник
2
запрещённый, осуждённый (идея, политическое движение)
banned, condemned, proscribed · επικηρυγμένο κίνημα — запрещённое движение
Грамматика
мужской род
им.
επικηρυγμένος
вин.
επικηρυγμένο
род.
επικηρυγμένου
зват.
επικηρυγμένε
женский род
им.
επικηρυγμένη
вин.
επικηρυγμένη
род.
επικηρυγμένης
зват.
επικηρυγμένη
средний род
им.
επικηρυγμένο
вин.
επικηρυγμένο
род.
επικηρυγμένου
зват.
επικηρυγμένο
Примеры
Ο επικηρυγμένος δολοφόνος συνελήφθη χθες.
Разыскиваемый убийца был арестован вчера. · The wanted murderer was arrested yesterday.
Η επικηρυγμένη οργάνωση λειτουργούσε παράνομα.
Запрещённая организация действовала нелегально. · The banned organization was operating illegally.
Ανάμεσα στα επικηρυγμένα άτομα βρισκόταν ο αρχηγός.
Среди разыскиваемых лиц находился лидер. · Among the wanted persons was the leader.