Греческий словарь
с грамматикой

επικεντρώνω

[epiˈkendroˌno]глаголB1

Значения

1
сосредоточивать, концентрировать (внимание, усилия на чём-то)
to focus, to concentrate (attention, efforts on something) · επικεντρώνω την προσοχή μου — сосредоточиваю своё внимание
2
размещать в центре, локализовать в определённом месте
to centre, to locate in a specific place · η δραστηριότητα επικεντρώνεται στην Αθήνα — деятельность сосредоточена в Афинах

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επικεντρώνω
εσύ
επικεντρώνεις
αυτός
επικεντρώνει
εμείς
επικεντρώνουμε
εσείς
επικεντρώνετε
αυτοί
επικεντρώνουν
Аорист
εγώ
επικέντρωσα
εσύ
επικέντρωσες
αυτός
επικέντρωσε
εμείς
επικεντρώσαμε
εσείς
επικεντρώσατε
αυτοί
επικέντρωσαν
Будущее
εγώ
θα επικεντρώσω
εσύ
θα επικεντρώσεις
αυτός
θα επικεντρώσει
εμείς
θα επικεντρώσουμε
εσείς
θα επικεντρώσετε
αυτοί
θα επικεντρώσουν

Примеры

Πρέπει να επικεντρώσουμε στα σημαντικά προβλήματα.
Нам нужно сосредоточиться на главных проблемах. · We need to focus on the main problems.
Η έρευνα επικεντρώνεται στη νεότητα της Αθήνας.
Исследование сосредоточено на молодёжи Афин. · The research is focused on the youth of Athens.
Έχει επικεντρώσει όλες τις προσπάθειές του εκεί.
Он сосредоточил все свои усилия там. · He has concentrated all his efforts there.
Επικέντρωσε την προσοχή του στο κείμενο.
Он сосредоточил своё внимание на тексте. · He focused his attention on the text.