επικεντρώνομαι
[epikenˈtronoˌme]глаголB2
Значения
1
сосредоточиваться, концентрироваться (на чём-либо)
to focus, to concentrate (on something) · επικεντρώνεται στη δουλειά — сосредоточивается на работе
2
быть в центре внимания, находиться в центре
to be the focal point, to be centered · το πρόβλημα επικεντρώνεται εδώ — проблема сосредоточена здесь
Грамматика
Настоящее время
εγώ
επικεντρώνομαι
εσύ
επικεντρώνεσαι
αυτός
επικεντρώνεται
εμείς
επικεντρωνόμαστε
εσείς
επικεντρώνεστε
αυτοί
επικεντρώνονται
Аорист
εγώ
επικεντρώθηκα
εσύ
επικεντρώθηκες
αυτός
επικεντρώθηκε
εμείς
επικεντρωθήκαμε
εσείς
επικεντρωθήκατε
αυτοί
επικεντρώθηκαν
Будущее
εγώ
θα επικεντρωθώ
εσύ
θα επικεντρωθείς
αυτός
θα επικεντρωθεί
εμείς
θα επικεντρωθούμε
εσείς
θα επικεντρωθείτε
αυτοί
θα επικεντρωθούν
Примеры
Η συζήτηση επικεντρώθηκε στα οικονομικά προβλήματα.
Обсуждение сосредоточилось на экономических проблемах. · The discussion focused on economic problems.
Οι προσπάθειες επικεντρώνονται στη βελτίωση της υπηρεσίας.
Усилия концентрируются на улучшении обслуживания. · Efforts are being concentrated on improving the service.
Θα επικεντρωθούμε σε αυτό το έργο τις επόμενες εβδομάδες.
Мы сосредоточимся на этом проекте на следующих неделях. · We will focus on this project in the coming weeks.
Επικεντρώνεται συχνά στα λεπτομερή.
Он часто сосредоточивается на мелочах. · He often concentrates on the details.