Греческий словарь
с грамматикой

επικαλέω

[epikalˈeo]глаголB2

Значения

1
взывать к кому-либо, умолять
to appeal to, to invoke, to call upon · επικαλούμαι τη βοήθειά του — взываю к его помощи
2
ссылаться на, приводить в качестве причины или оправдания
to cite, to invoke (as a reason or excuse) · επικαλείται τη νόμιμη δικαιοσύνη — ссылается на законное право

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επικαλέω
εσύ
επικαλείς
αυτός
επικαλεί
εμείς
επικαλούμε
εσείς
επικαλείτε
αυτοί
επικαλούν
Аорист
εγώ
επικάλεσα
εσύ
επικάλεσες
αυτός
επικάλεσε
εμείς
επικαλέσαμε
εσείς
επικαλέσατε
αυτοί
επικάλεσαν
Будущее
εγώ
θα επικαλέσω
εσύ
θα επικαλέσεις
αυτός
θα επικαλέσει
εμείς
θα επικαλέσουμε
εσείς
θα επικαλέσετε
αυτοί
θα επικαλέσουν

Примеры

Επικάλεσε τη δικαιοσύνη για να υπερασπιστεί τη θέση του.
Он ссылался на справедливость, чтобы защитить свою позицию. · He invoked justice to defend his position.
Οι πολίτες επικαλούνται τα συνταγματικά τους δικαιώματα.
Граждане ссылаются на свои конституционные права. · Citizens cite their constitutional rights.
Επικαλέστηκε τη βοήθεια των φίλων του σε δύσκολη ώρα.
Он обратился к помощи своих друзей в трудный момент. · He appealed to his friends' help in a difficult time.