Греческий словарь
с грамматикой

επιθυμώ

[epiθiˈmo]глаголB1

Значения

1
желать, хотеть (с интенсивностью чувства)
to desire, to wish for (with intensity of feeling) · επιθυμώ να ταξιδέψω — я желаю путешествовать
2
жаждать, стремиться к чему-либо
to crave, to yearn for · επιθυμώ για ειρήνη — я жажду мира

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιθυμώ
εσύ
επιθυμάς
αυτός
επιθυμά
εμείς
επιθυμούμε
εσείς
επιθυμάτε
αυτοί
επιθυμούν
Аорист
εγώ
επιθύμησα
εσύ
επιθύμησες
αυτός
επιθύμησε
εμείς
επιθυμήσαμε
εσείς
επιθυμήσατε
αυτοί
επιθύμησαν
Будущее
εγώ
θα επιθυμήσω
εσύ
θα επιθυμήσεις
αυτός
θα επιθυμήσει
εμείς
θα επιθυμήσουμε
εσείς
θα επιθυμήσετε
αυτοί
θα επιθυμήσουν

Примеры

Επιθυμώ να γίνω μηχανικός στο μέλλον.
Я желаю стать инженером в будущем. · I desire to become an engineer in the future.
Όλοι επιθυμούν για ευτυχία και ειρήνη.
Все люди жаждут счастья и мира. · Everyone craves happiness and peace.
Τι επιθυμείς αυτή τη στιγμή;
Чего ты желаешь в данный момент? · What do you wish for right now?
Επιθύμησε να δει τον κόσμο πριν γεράσει.
Он желал увидеть мир, прежде чем состариться. · He desired to see the world before growing old.