επιθυμητός
[epiθiˈmitos]прилагательноеB1
Значения
1
желаемый, желательный
desired, desirable, wanted · ένας επιθυμητός στόχος — желаемая цель
2
привлекательный, желанный (о человеке)
attractive, desirable (of a person) · ένας επιθυμητός σύντροφος — желанный партнёр
Грамматика
мужской род
им.
επιθυμητός
вин.
επιθυμητό
род.
επιθυμητού
зват.
επιθυμητέ
женский род
им.
επιθυμητή
вин.
επιθυμητή
род.
επιθυμητής
зват.
επιθυμητή
средний род
им.
επιθυμητό
вин.
επιθυμητό
род.
επιθυμητού
зват.
επιθυμητό
Примеры
Αυτή η θέση είναι πολύ επιθυμητή.
Эта должность очень желаема. · This position is highly desirable.
Ένας επιθυμητός προορισμός για διακοπές.
Желаемое место для отпуска. · A desired destination for vacation.
Τα επιθυμητά αποτελέσματα δεν ήρθαν.
Желаемые результаты не пришли. · The desired results did not come.