επιθεωρώ
[epiθeoˈro]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1
Значения
1
проверять, инспектировать (официально осматривать)
inspect, examine officially · επιθεωρώ το σχολείο — проверяю школу
2
обозревать, рассматривать (внимательно смотреть на что-л.)
survey, look over · επιθεωρώ το τοπίο — обозреваю пейзаж
Грамматика
Настоящее время
εγώ
επιθεωρώ
εσύ
επιθεωρείς
αυτός
επιθεωρεί
εμείς
επιθεωρούμε
εσείς
επιθεωρείτε
αυτοί
επιθεωρούν
Аорист
εγώ
επιθεώρησα
εσύ
επιθεώρησες
αυτός
επιθεώρησε
εμείς
επιθεωρήσαμε
εσείς
επιθεωρήσατε
αυτοί
επιθεώρησαν
Будущее
εγώ
θα επιθεωρήσω
εσύ
θα επιθεωρήσεις
αυτός
θα επιθεωρήσει
εμείς
θα επιθεωρήσουμε
εσείς
θα επιθεωρήσετε
αυτοί
θα επιθεωρήσουν
Примеры
Ο επιθεωρητής επιθεώρησε τα έγγραφα προσεκτικά.
Инспектор внимательно проверил документы. · The inspector carefully examined the documents.
Επιθεωρούν τα σχολεία κάθε χρόνο.
Школы проверяют каждый год. · Schools are inspected every year.
Θα επιθεωρήσω την κατάσταση των δρόμων αύριο.
Завтра я осмотрю состояние дорог. · I will survey the condition of the roads tomorrow.
Επιθεωρώντας τα αρχαία ερείπια, ξέχασε την ώρα.
Рассматривая древние развалины, он забыл о времени. · While examining the ancient ruins, he lost track of time.